27 Απριλίου 2012
30 Μαρτίου 2012
Κόρες - ή η συνάντηση

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ το ρόπτρο - σκαραβαίος
το παράτολμο δόντι μες στο ψύχος του ήλιου
ο Απρίλης που ένιωσε ν' αλλάζει φύλο
της πηγής το μπουμπούκι ότι που ανοίγει
Το χειράμαξο γέρνοντας με το 'να πλάι
μια χρυσόμυγα που άναψε φωτιά στο μέλλον
του νερού η αόρατη αορτή που πάλλει
και γι' αυτό ζωντανή κρατά η γαρδένια
τα λουλούδια τα οικόσιτα της Νοσταλγίας
τα λουλούδια τα νήπια της βροχής που τρέμουν
τα μικρά και τετράποδα στο μονοπάτι
τ' αψηλά στους ήλιους και τα ρεμβοκίνητα
Τα σεμνά με την κόκκινη αρρεβώνα
τα κομπάζοντας έφιππα μες στους λειμώνες
τα σε καθαρό ουρανό εργασμένα
τα στοχαστικά και τα χιμαιροποίκιλτα
Το Κρίνο, το Τριαντάφυλλο, το Γιασεμί
ο Μενεξές, η Πασχαλιά, ο Υάκινθος
το Γιούλι, το Ζαμπάκι, το Αστρολούλουδο
21 Μαρτίου 2012
18 Μαρτίου 2012
18/3

Η Τοιχογραφία
Έχοντας ερωτευθεί και κατοικήσει αιώνες μέσ' στη
θάλασσα έμαθα γραφή και ανάγνωση
Ώστε τώρα να μπορώ σε μεγάλο βάθος πίσω τις
γενιές απανωτές όπως αρχίζει ένα βουνό προτού τε-
λειώσει το άλλο
Nα κοιτάζω Kαι μπροστά πάλι το ίδιο :
Tο βαθύ σκούρο μπουκάλι και η νέα στο μπράτσο
Eλένη με το πλάι επάνω στον ασβέστη
Nα γεμίζει κρασί της Παναγίας το μισό το σώμα
της φευγάτο κιόλας στην Aσία την αντικρυνή
Kαι το κέντημα όλο μετατοπισμένο μέσ' στον ου
ρανό με τα διχαλωτά πουλιά τα κιτρινάκια και
τους ήλιους.
Ο. Ελύτης, Tο Φωτόδεντρο και η Δέκατη Tέταρτη Oμορφιά, Ίκαρος 1971
11 Μαρτίου 2012
Μαντήλι

Φωνή δωρική, παρουσία στέρεη, σθένος ακάματο. Η Δόμνα Σαμίου διέτρεξε απ' άκρη σ' άκρη την Ελλάδα για δεκαετίες και κατέγραψε -ευτυχώς- έναν κόσμο που χάνεται, τα δημοτικά τραγούδια. Με καταγωγή μικρασιάτικη, δάσκαλο τον Σίμωνα Καρρά, οδηγό την ίδια την παράδοση του τόπου μας, συνέλεξε ένα μοναδικό αρχείο καταγραφών και τραγούδησε η ίδια πολύτιμα κομμάτια της μουσικής μας ταυτότητας. Ευχαριστούμε.
15 Φεβρουαρίου 2012
Νόμισμα
Ο Ελύτης
" κοιμήσου καραμέλλα μου
για να σε πιπιλήσω"
και το στιχάκι στο ημερολόγιο
θα 'ρθω σα μια μελόπιτα
μια νύχτα να σε πλάσω
να σε φιλώ αγάπη μου,
μέχρι να σε χορτάσω
12 Φεβρουαρίου 2012
[Πρόγραμμα]

Ἦταν ἡ μέρα συννεφιασμένη. Κανεὶς δὲν ἀποφάσιζε
φυσοῦσε ἕνας ἀγέρας ἀλαφρύς: «Δὲν εἶναι γρέγος εἶναι
σιρόκος» εἶπε κάποιος.
Κάτι λιγνὰ κυπαρίσσια καρφωμένα στὴν πλαγιὰ κι ἡ
θάλασσα
γκρίζα με λίμνες φωτεινές, πιὸ πέρα.
.......................................................
.......................................................
Χαμήλωνε τὸ φῶς πάνω ἀπὸ τὴ συννεφιασμένη μέρα, κα-
νεὶς δὲν ἀποφάσιζε.
Τὴν ἄλλη αὐγὴ δὲ θὰ μᾶς ἔμενε τίποτε- ὅλα παραδομένα-
μήτε τὰ χέρια μας-
κι οἱ γυναῖκες μας ξενοδουλεύοντας στὰ κεφαλόβρυσα καὶ
τὰ παιδιά μας
στὰ λατομεῖα.
Ἡ φίλη μου τραγουδοῦσε περπατώντας στὸ πλευρό μου
ἕνα τραγούδι σακατεμένο:
«Τὴν ἄνοιξη, τὸ καλοκαίρι, ραγιάδες...»
Θυμότανε κανεὶς γέροντες δασκάλους ποὺ μᾶς ἄφησαν
ὀρφανούς.
Ἕνα ζευγάρι πέρασε κουβεντιάζοντας:
«Βαρέθηκα τὸ δειλινό, πᾶμε στὸ σπίτι μας
πᾶμε στὸ σπίτι μας ν᾿ ἀνάψουμε τὸ φῶς».
Ἀθήνα, Φεβ. ῾39, Γ. Σεφέρης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)